ἑλλεβορίνη

ἑλλεβορ-ίνη, ,
A rupture-wort, Herniaria glabra, Thphr. HP9.10.2, Dsc.4.108.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελλεβορίνη — η (Α ἑλλεβορίνη) γένος φυτών τής οικογένειας ορχεΐδες …   Dictionary of Greek

  • ελλέβορος — (helleborus). Γένος δικοτυλήδονων, πολυετών, ποωδών φυτών της οικογένειας των ρανουγκουλιδών. Οι ε. είναι καυστικοί και δηλητηριώδεις και ανθίζουν τον χειμώνα. Ευδοκιμούν στην Ευρώπη και στη δυτική και κεντρική Ασία. Το γένος αριθμεί περίπου οκτώ …   Dictionary of Greek

  • επιπακτίς — η (Α ἐπιπακτίς) νεοελλ. γένος φυτών τής οικογένειας τών ορχεοειδών αρχ. μικρός θάμνος με λίγα φύλλα, αλλιώς ελλεβορίνη* ή βόριον* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.